Monday, August 07, 2006

[37]

Σε αυτή τη φάση του γίγνεσθαι, η κίνηση είναι προς τα μπροστά, προς τον πλούτο και το πλήθος των μορφών της ύπαρξης μας, μέσω της διάθεσης του πλεονάσματος μας. Βέβαια, ο πλούτος και το πλήθος των μορφών δεν κάνει διαφορά, αν αυτές δεν είναι καθαρές. Η καθαρότητα δίνει στις μορφές την ποιοτική διάσταση που τις κάνει φορείς του γίγνεσθαι μας και εκφραστές της διαρκούς αναφοράς μας προς το πέραν από μας, προς Αυτό που μας ταυτο-ποιεί.

Όταν οι μορφές που δίνουν οι άνθρωποι στην ύπαρξη τους είναι αποτέλεσμα υπεκφυγής του ποιοτικού ερωτήματος τους, τότε αποκρύβουν την ποιητική τους ένδεια κάτω από μια συσσωρευμένη ποσότητα, που την παρουσιάζουν για πλούτο. Αν, όμως, ο πλούτος δεν συμψηφίζει την ποιότητα στο μέγεθος που δίνει στις μορφές και αθροίζει μόνο ένα σωρό ποσοτικές μονάδες για να δώσει κάτι «μεγάλο» σαν πλούσιο, δεν είναι παρά σκέτο πλήθος. Δεν σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό, παρά πολλά μικρά ίδια, συγκεντρωμένα, συνήθως, στα χέρια λίγων. Ο ποσοτικός μεγεθυντισμός, που αυτοπαρουσιάζεται σαν πλούτος, το μόνο που καταφέρνει τελικά είναι να πολλαπλασιάσει ανεπαρκείς μορφές, που ήδη υπάρχουν, επιβαρύνοντας την εξέλιξη μας με μία δυσβάσταχτη ποσότητα ανεπεξέργαστης ύλης και αποβλήτων, την οποία αν δεν μπορέσει να αφομοιώσει το ανθρώπινο γίγνεσθαι και να τη μετασχηματίσει μέσω του ποιητικού του παρόντος, το επίπεδο του θα υποχωρήσει υπό το βάρος της σε κατώτερα στάδια ανάπτυξης του παρελθόντος. Γι’ αυτό, ο πλούτος μόνο ως πλούσια παραγωγή ποιητικά επεξεργασμένων και ποιοτικά ξεκαθαρισμένων μορφών είναι καθαρός πλούτος, αλλιώς κρύβει μεγαλύτερη φτώχεια.

Ο καθαρός πλούτος, ως παραγωγή μιας καθαρής μορφής που δεν υπήρχε πριν, χρειάζεται την αυθόρμητη διάθεση του πλεονάσματος ενέργειας των ατόμων και την ειλικρινή έκφραση των επιθυμιών τους, διότι μόνο οι επιθυμίες, ως προβολές ενεργειακού πλεονάσματος, έχουν τη δύναμη να εξορύξουν τη βραχώδη σύσταση της πραγματικότητας και να βγάλουν τα πολύτιμα συστατικά με τα οποία θα συνθέσουν νέες μορφές, εμπλουτισμένες και πρωτοφανείς, πέρα από τις υπάρχουσες και προφανείς. Οι επιθυμίες, τείνοντας φυσιολογικά προς το απόλυτο, απευθύνονται στο πέραν της προκείμενης πραγματικότητας και προβάλλουν φαντασιακά τις εικόνες αυτών που δεν έχουν γίνει ακόμη και θέλουν να γενούν. Έτσι, ανοίγουν δρόμο στις νέες μορφές και στον καθαρό πλούτο, που προσφέρει αντικειμενικά κάτι καινούργιο, αφού, αυτό που παράγουν δεν αποσπάται από ό,τι ήδη έχει πάρει μορφή ή από τη μετατροπή του, ούτε από την υφαρπαγή ή την ανακατανομή του υφιστάμενου πλούτου.

Ο αντικειμενικός πλούτος, ως ό,τι καινούργιο παράγεται σε όλα τα πεδία ανάπτυξης του ανθρώπου, το οποίο διευκολύνει την κίνηση της ολοκλήρωσης του, βγαίνει από την ικανο-ποίηση των επιθυμιών κατά τη φυσιολογική κλιμάκωση τους και την αυθόρμητη αναγωγή τους στο απόλυτο, που εμβαθύνει το ζητούμενο του πλούτου σε ποιοτικές μορφές, οι οποίες άπτονται του ποιοτικού μας ερωτήματος και μας φέρουν σε επαφή με Αυτό, το ερω(τημα)τικό Ποιούν όλων. Όταν το ερώτημα Αυτού παρουσιάζεται ήδη απαντημένο, η αναζήτηση του πλούτου περιορίζεται στις υπάρχουσες μορφές και στις υφιστάμενες ποσότητες τους, που όντας περιορισμένες προκαλούν μόνιμα ανταγωνισμούς και κάποτε πολέμους.

Το μόνιμο κλίμα ανταγωνισμού διαποτίζει τα άτομα και διαστρέφει την αντικειμενική και καθαρή έννοια του πλούτου στρέφοντας την προς έναν σχετικισμό, όπου τα άτομα αλληλοϋποβλέπονται για να ορίσουν τον πλούτο ή τη φτώχεια τους συγκριτικά μεταξύ τους, υποβλέποντας το ένα το άλλο για να δουν σε τι υστερούν ή υπερτερούν μεταξύ τους. Έτσι, όμως, δεν κοιτάζουν παραέξω και μένουν εγκλωβισμένα στην οικονομική πραγματικότητα τους, που παγιοποιείται σε έναν ορισμένο βαθμό πλούτου ή φτώχειας, στον μέσο όρο των συγκρίσεων τους, τον οποίο μετά πασχίζουν να αναβαθμίσουν.
Η υπεκφυγή του ποιοτικού ερωτήματος -όπως τίθεται άμεσα κατ’ άτομο με την ειλικρινή και αυθόρμητη ερω(τημα)τικότητα των επιθυμιών του κατά την αναγωγή τους στο απόλυτο- και η αποστόμωση του με τη συσσώρευση ποσοτήτων αποσπασμένων επιτήδεια από την παγιοποιημένη, προ-απαντημένη πραγματικότητα, δεν παράγει πραγματικά πλούτο, αλλά αναπαράγει υφιστάμενα ελλείμματα· ελλείμματα πάσης φύσεως, τόσο οικονομικά, όσο και υπαρξιακά, από τη στιγμή που ο παραγόμενος πλούτος δεν απαντά στην ερώτηση «ποίος εγώ», αλλά στην αποστόμωση της με το «πόσος».

Πολλοί περιμένουν να γεμίσουν το υπαρξιακό τους κενό μετά τη συσσώρευση των ποσών που αποκτούν εκποιώντας τις ειλικρινείς τους επιθυμίες, ελπίζοντας να τις εκπληρώσουν όταν θα έχουν μαζέψει αρκετά ποσά, ώστε μετά να εξαγοράσουν την ικανοποίηση τους, αλλά το «μετά» δεν έρχεται ποτέ, αν η συνάντηση μαζί του δεν αναζητείται στο παρόν, όπου και βρίσκεται. Η μετάθεση της συνάντησης μας με το αντικείμενο της πιο βαθιάς επιθυμίας μας προκαλεί ένα μόνιμο χάσμα με το ρέον παρόν και δυσφορεί έντονα τη ψυχή μας για τον χρόνο της ζωής που ξεγλιστρά αβίωτος. Η ψυχική δυσφορία δεν μπορεί να ξεγελαστεί από κανέναν, όσο πλούτο κι αν έχει. Είναι αυτή ακριβώς που κάνει τους πλούσιους από μετάθεση μόνιμα ανικανοποίητους με όσα έχουν. Εφόσον δεν μεσολαβεί η συνείδηση για να συνδέσει τη ψυχή με τον νου και το σώμα σε μια ενιαία πράξη επιστροφής του πλουτισμού στην ουσία του, ο ανικανοποίητος διψά για όλο και μεγαλύτερα ποσά, μήπως ευτυχήσει με αυτά, χωρίς να καταφέρνει ποτέ να «ρίξει» τον πυρετό της ψυχής του και να ησυχάσει. Αντί να επιστρέψει στην ουσία του, επεκτείνεται επιθετικά στο χώρο, κυνηγημένος από τον αβίωτο χρόνο του. Η επεκτατικότητα των κερδοσκοπικών του δραστηριοτήτων εκλαμβάνεται, μάλιστα, σαν οικονομική ανάπτυξη, από όσους εθελοτυφλούν στο έλλειμμα που αναπαράγει και εξαπλώνει στη γη.

Από την υπεκφυγή της αλήθειας, στην μετάθεση των επιθυμιών και από εκεί στην επεκτατικότητα, όλο και μεγαλώνει το κερδοσκοπικό ανικανοποίητο γεμίζοντας υποκατάστατα το υπαρξιακό του κενό, σε σημείο που να μη μπορεί πλέον η συνείδηση να βρει τη σχέση τού μέσα με το έξω και να αποκαταστήσει τη σύνδεση της ψυχής με τη σκέψη. Η αποσύνδεση της συνείδησης από τη νόηση επιτρέπει την ανεμπόδιστη επιτάχυνση μιας δυστυχισμένης καταδίωξης της ικανοποίησης με όλο και πιο επιτήδεια επινοητικότητα υπεκφυγής των συνεπειών του αδηφάγου επεκτατισμού της, η οποία υποστηρίζεται από την τεχνολογική εξέλιξη. Αυτό που μπορεί να επιτρέπει τη δια-στροφή της νόησης σε μια τόσο ανόητα επινοητική επεκτατικότητα είναι η δικαιολόγηση της με ένα «απόλυτο» βολικό· είτε με έναν «θεό» που βρίσκεται κάπου εκτός, οπότε αν επ-εκταθούμε μέχρι εκεί θα τον συναντήσουμε, είτε με την ανυπαρξία κάθε «θεού», οπότε όλα είμαι «εγώ», άρα μπορώ να τα καταβροχθίσω χωρίς συνέπειες. Όμως Αυτό, σαν ο κάθε θεός και θεός του κάθε τι, τόσο του «θεού» των άλλων, όσο και του «εγώ» του δικού μου, βρίσκεται παντού και πάντοτε, άρα Είναι και στο εδώ και τώρα. Δεν χρειάζεται να επενδύω σε ένα μετά για να το συναντήσω, παγώνοντας τον ρέοντα χρόνο της ζωής μου με την ελπίδα να ρευστοποιήσω τα κέρδη τότε. Αφού Αυτό είναι δίπλα μου, γύρω μου και εντός μου, είναι πιο νοήμων η επιστροφή στο παρόν, που μας παρέχει τον βιωματικό πλούτο, ο οποίος γεμίζει τη ζωή μας με νόημα συνέχοντας μας με τη ροή του χρόνου και συνδέοντας μας μέσω της ρηματικότητας των ενεργειών μας.

Η αμεσότητα της επαφής μας μέσω των ρηματικών ροών που μας βγάζουν από τους εγωισμούς των περιχαρακωμένων ονομάτων, όχι μόνο παράγει πλήθος καθαρών μορφών πλούτου με την πηγαία ποιητική διάθεση του ενεργητικού πλεονάσματος, αλλά εξοικονομεί κι όση ενέργεια χαραμίζεται σε υποκατάστατα μέσα και περιττές εμμεσότητες. Η ροηκότητα κι ερω(τημα)τικότητα του ενός προς τον άλλο δίνει τη ρώμη του γίγνεσθαι μας, που μπορεί να σαρώσει με τη γενναιότητα της όλους τους δήθεν ενδιάμεσους, που παρασιτούν ανάμεσα μας εγκαθιστώντας μιαν απομυζητική εμμεσότητα, η οποία διαβρώνει την κοινότητα μας διασπώντας τη γενικότητα της σε ασύνδετες, α-συν-είδη-τες και ανταγωνιστικές ειδικότητες.

No comments: